Μαθητικές κινητοποιήσεις: Η εκπαίδευση στο προσκήνιο των διεκδικήσεων

Γράφει η Κατερίνα Βουγιουκλή,

Γραμματέας της Ε.Λ.Μ.Ε. Ξάνθης και Μέλος της ΕΛ.Α.Σ. Ξάνθης.

Στον απόηχο των μαζικών πανευρωπαϊκών κινητοποιήσεων εκπαιδευτικών και φοιτητών/τριών, πραγματοποιήθηκαν χθες πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια σε όλη τη χώρα, με τη συμμετοχή μαθητών/τριών και εκπαιδευτικών. Στην Ξάνθη, η κινητοποίηση είχε παλμό και σημαντική συμμετοχή, με την παρουσία και μαθητών και μαθητριών, αναδεικνύοντας τα προβλήματα που αντιμετωπίζει συνολικά η εκπαιδευτική κοινότητα.

Στο συλλαλητήριο συμμετείχαν και οι φοιτητικοί σύλλογοι του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ). Φέτος, μόνο στη χώρα μας, 400 επιτυχόντες και επιτυχούσες των Πανελλαδικών Εξετάσεων αδυνατούν να φοιτήσουν στις σχολές στις οποίες εισήχθησαν, εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις υπέρογκες αυξήσεις στα ενοίκια και το υψηλό κόστος της φοιτητικής στέγης. Σε μια κίνηση με ισχυρό συμβολισμό, φοιτητές και φοιτήτριες κατασκήνωσαν στην πλατεία Συντάγματος, διαμαρτυρόμενοι για το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης, το οποίο μετατρέπει το δικαίωμα στις σπουδές σε προνόμιο για όσους και όσες διαθέτουν τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους.

Πέρα, όμως, από τα προβλήματα της φοιτητικής νεολαίας, η εκπαιδευτική κοινότητα —εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης— θέτει επιτακτικά μια σειρά από ζητήματα: τις ανεπαρκείς σχολικές υποδομές, τις μισθολογικές διεκδικήσεις, τις συγχωνεύσεις τμημάτων, καθώς και την επαναφορά του 13ου μισθού, παρά την κατηγορηματική άρνηση της κυβέρνησης να ικανοποιήσει το συγκεκριμένο αίτημα.

Την ίδια στιγμή, τα κενά στα σχολεία παραμένουν, παρά τις διαδοχικές φάσεις προσλήψεων αναπληρωτών και αναπληρωτριών, ενώ αναμένεται και η τρίτη φάση προσλήψεων. Οι ανάγκες δεν καλύπτονται επαρκώς ούτε στον νομό Ξάνθης. Οι αναπληρωτές και οι αναπληρώτριες καλούνται να εργαστούν σε συνθήκες εργασιακής επισφάλειας, με διαρκείς μετακινήσεις και αβεβαιότητα για το επαγγελματικό τους μέλλον. Με μηνιαίες αποδοχές που κυμαίνονται περίπου στα 900 ευρώ, η κάλυψη των εξόδων εγκατάστασης, ενοικίου, μετακίνησης και καθημερινής διαβίωσης γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Η πολιτεία, επομένως, δεν μπορεί να απαιτεί από τους εκπαιδευτικούς να καλύπτουν τις ανάγκες των σχολείων, χωρίς να διασφαλίζει αξιοπρεπείς όρους εργασίας και διαβίωσης.

Στον νομό Ξάνθης, το ζήτημα της σχολικής στέγης έχει λάβει ιδιαίτερα ανησυχητικές διαστάσεις. Η σχολική χρονιά ξεκίνησε με το κλείσιμο ενός μεγάλου σχολικού συγκροτήματος, εκείνου του 2ου και του 3ου Γυμνασίου Ξάνθης, μόλις δέκα ημέρες πριν από την έναρξη των μαθημάτων. Η εξέλιξη αυτή αιφνιδίασε τη σχολική κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των γονέων και των μαθητών/τριών. Παρά τη λύση που δόθηκε εκ των υστέρων, με χαρακτήρα περισσότερο προσωρινό παρά οριστικό, το πρόβλημα της σχολικής στέγης εξακολουθεί να είναι οξύ.

Αρκεί να θυμηθούμε τα χρόνια προβλήματα στέγασης του Μουσικού Σχολείου Ξάνθης, το διαχρονικό αίτημα για την ανέγερση νέου κτιρίου για το 4ο Γενικό Λύκειο Ξάνθης, τη συμφόρηση μαθητών και μαθητριών στο 2ο ΕΠΑΛ Ξάνθης, αλλά και τις συνθήκες που επικρατούν στο Μειονοτικό Γυμνάσιο-Λύκειο. Πρόκειται για προβλήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με προσωρινές διευθετήσεις ούτε να μετακυλίονται από τη μία σχολική χρονιά στην επόμενη.

Παρά τις παρεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν σε σχολικές μονάδες οι οποίες εντάχθηκαν στο πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου», παραμένει επιτακτική η ανάγκη ουσιαστικής ανακαίνισης, ανακατασκευής ή ανέγερσης νέων σχολικών κτιρίων. Σε πολλά σχολεία οι αναγκαίες εργασίες συντήρησης και αναβάθμισης έχουν καθυστερήσει επί χρόνια. Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης, την οποία διακηρύσσει η κυβέρνηση τόσο για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια όσο και για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν μπορεί να αφήνει έξω από τον σχεδιασμό της τις υλικοτεχνικές υποδομές. Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για σύγχρονο σχολείο, όταν δεν διασφαλίζονται οι στοιχειώδεις όροι ασφαλούς, αξιοπρεπούς και λειτουργικής σχολικής ζωής.

Οι διεκδικήσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας, ωστόσο, δεν περιορίζονται στα κτιριακά και μισθολογικά ζητήματα. Αφορούν, εξίσου, τη λειτουργία του σχολείου, τον παιδαγωγικό του ρόλο και την ίδια τη δημοκρατία στην εκπαίδευση.

Τα τελευταία χρόνια, η ασφυκτική γραφειοκρατία επιβαρύνει ολοένα περισσότερο την καθημερινότητα των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών. Η διαρκής προσπάθεια αποτύπωσης της επίδοσης εκπαιδευτικών, μαθητών/τριών και σχολείων μέσα από δείκτες, ποσοτικά κριτήρια και αλλεπάλληλες καταγραφές οδηγεί συχνά σε μια εκπαίδευση προσανατολισμένη στη συμπλήρωση υποχρεώσεων και όχι στην ουσιαστική μάθηση. Η δημιουργικότητα, η φαντασία, η παιδαγωγική ελευθερία και, τελικά, η χαρά της γνώσης κινδυνεύουν να υποχωρήσουν μπροστά σε έναν διαρκή διοικητικό έλεγχο.

Η καταγραφή ενός προβλήματος σε μια ψηφιακή πλατφόρμα δεν σημαίνει αυτομάτως και την επίλυσή του. Οι αλλεπάλληλες αναφορές και τα διοικητικά εργαλεία δεν αρκούν από μόνα τους για να αντιμετωπιστούν φαινόμενα όπως η σχολική βία ούτε εγγυώνται τη βελτίωση της ποιότητας της μαθησιακής διαδικασίας. Χρειάζονται ουσιαστική στήριξη των σχολείων, επαρκές και μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό, κατάλληλες υποδομές, πρόληψη, παιδαγωγική παρέμβαση και ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης μέσα στη σχολική κοινότητα.

Αναμφίβολα, θα ήταν ευχής έργον η συμμετοχή στο συλλαλητήριο να ήταν ακόμη μεγαλύτερη και να είχαν δώσει το «παρών» και οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων. Η σχολική κοινότητα δεν αποτελείται μόνο από μαθητές/τριες και εκπαιδευτικούς· οι γονείς είναι αναπόσπαστο μέρος της και η συμμετοχή τους μπορεί να ενισχύσει τη συλλογική διεκδίκηση.

 Ωστόσο, η ειρηνική αυτή κινητοποίηση είχε τη δική της σημασία. Ανέδειξε προβλήματα που απαιτούν άμεσες απαντήσεις από την τοπική αυτοδιοίκηση και την κεντρική πολιτική ηγεσία, ενώ παράλληλα έστειλε ένα σαφές μήνυμα: η εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο διαχείρισης αριθμών, δαπανών και διοικητικών υποχρεώσεων. Αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα και δημόσιο αγαθό.

Κάθε κινητοποίηση, άλλωστε, δεν αποσκοπεί μόνο στο να φέρει τα φλέγοντα ζητήματα στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης. Στοχεύει και στην ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνιών, στην ενίσχυση της συλλογικότητας και στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας συμμετοχής και διεκδίκησης. Γιατί το σχολείο που αξίζουμε δεν θα προκύψει από διακηρύξεις και ψηφιακές πλατφόρμες, αλλά από τη συλλογική προσπάθεια όσων αρνούνται να συμβιβαστούν με τις ελλείψεις, την υποβάθμιση και την άνιση πρόσβαση στη γνώση.